TLAXCALA تلاكسكالا Τλαξκάλα Тлакскала la red internacional de traductores por la diversidad lingüística le réseau international des traducteurs pour la diversité linguistique the international network of translators for linguistic diversity الشبكة العالمية للمترجمين من اجل التنويع اللغوي das internationale Übersetzernetzwerk für sprachliche Vielfalt a rede internacional de tradutores pela diversidade linguística la rete internazionale di traduttori per la diversità linguistica la xarxa internacional dels traductors per a la diversitat lingüística översättarnas internationella nätverk för språklig mångfald شبکه بین المللی مترجمین خواهان حفظ تنوع گویش το διεθνής δίκτυο των μεταφραστών για τη γλωσσική ποικιλία международная сеть переводчиков языкового разнообразия Aẓeḍḍa n yemsuqqlen i lmend n uṭṭuqqet n yilsawen dilsel çeşitlilik için uluslararası çevirmen ağı

 19/01/2021 Tlaxcala, the international network of translators for linguistic diversity Tlaxcala's Manifesto  
English  
 CULTURE & COMMUNICATION 
CULTURE & COMMUNICATION / Γαία και Χθονίη, τα δυο αχώριστα πρόσωπα της Γης μας
Date of publication at Tlaxcala: 10/01/2021
Original: Gaia e Ctonia
Translations available: Français  Español  Deutsch  English 

Γαία και Χθονίη, τα δυο αχώριστα πρόσωπα της Γης μας

Giorgio Agamben Τζόρτζιο Αγκάμπεν

Translated by  Christine Cooreman كريستين كورمان

 

Ο Ιταλός φιλόσοφος Αγκάμπεν μας οδηγεί σε μια ποιητική και ετυμολογική διαδρομή στα μέρη των Αρχαίων, για να μας ξαναφέρει στην συνέχεια στην κοβιντιακή πραγματικότητά μας. Το μέλλον έχει αρχαία καρδιά.

 

Η Αφροδίτη του Willendorf, ειδώλιο του άνω Παλαιολιθικού που αναπαριστά χωρίς αμφιβολία την Μητέρα Γη

I.

Στην κλασσική ελληνική αρχαιότητα, η γη φέρει δυο ονόματα που αντιστοιχούν σε δυο ξεχωριστές, έως και αντίθετες, πραγματικότητες: γηγαία) και χθων. Σε αντίθεση με μια διαδεδομένη σήμερα θεωρία, οι άνθρωποι δεν κατοικούν μόνο την γαία, αλλά, πριν απ’όλα, είναι σε σχέση με την χθόνα που, σε ορισμένες μυθικές αφηγήσεις, παίρνει την μορφή μια θεάς της οποίας το όνομα είναι Χθονίη. Έτσι, η θεολογία του Φερεκύδη του Σύρου απαριθμεί αρχικά τρεις θεότητες: Ο Ζευς, ο Χρόνος και η Χθονίη, ενώ προσθέτει πως «στην Χθονίη περιήλθε το όνομα Γη, αφού ο Ζευς της χάρισε την γη». Ακόμη κι αν η ταυτότητα της θεάς παραμένει αόριστη, η Γη είναι, εδώ, σε σχέση με την πρώτη, ένα δευτερεύον πρόσωπο, σχεδόν ένα άλλο όνομα της Χθονίης. Εξ ίσου σημαντικό είναι το γεγονός ότι, στον Όμηρο, οι άνθρωποι αναφέρονται με το επίθετο επιχθόνιοι (χθόνιοι που ζουν πάνω στην χθόνα), ενώ το επίθετο επίγαιος ή επίγειος αναφέρεται μόνο στα φυτά και τα ζώα.

Πράγματι, χθων και γη αναφέρονται σε δυο όψεις της γης γεωλογικά αντίθετες: χθων είναι η εξωτερική όψη του κατώτερου κόσμου, η γη όπως είναι από την επιφάνεια προς τα κάτω, ενώ γη είναι η γη από την επιφάνεια προς τα πάνω, η όψη που η γη στρέφει προς τα πάνω. Σε αυτήν την στρωματογραφική διαφορά, αντιστοιχεί η διαφορά μεταξύ πράξεων και λειτουργιών: η χθων δεν μπορεί να καλλιεργηθεί και δεν μπορούμε να πάρουμε τροφή από αυτήν, ξεφεύγει από την αντίθεση πόλη/ύπαιθρος και δεν αποτελεί αγαθό που μπορεί να κατέχεται. Αντίθετα, η γη, όπως ο ομώνυμος ομηρικός ύμνος το θυμίζει επίμονα, «θρέφει ό,τι βρίσκεται πάνω στην χθόνα» (επί χθονί) και παράγει συγκομιδές και αγαθά που πλουτίζουν τους ανθρώπους: για εκείνους που η γη τους τιμά με την καλοσύνη της «τα αυλάκια στο χώμα που δίνουν ζωή είναι γεμάτα καρπούς, στην ύπαιθρο τα κοπάδια ευημερούν και το σπίτι γεμίζει πλούτη ενώ οι άνθρωποι κυβερνούν με δίκαιους νόμους τις πόλεις με τις όμορφες γυναίκες» (βλ. 9-11).

Η θεογονία του Φερεκύδη περιέχει την αρχαιότερη μαρτυρία της σχέσης μεταξύ Γης και Χθονός, μεταξύ Γαίας και Χθονίης. Ένα απόσπασμα που μας διασώθηκε από τον Κλήμη τον Αλεξανδρέα ορίζει την φύση του δεσμού τους προσδιορίζοντας πως ο Ζευς ενώθηκε με τα δεσμά του γάμου με την Χθονίη και όταν, σύμφωνα με το τελετουργικό του γάμου των ανακαλυπτηρίων, η σύζυγος βγάζει το πέπλο και εμφανίζεται γυμνή μπροστά στον σύζυγο, ο Ζευς την καλύπτει με «έναν μεγάλο και όμορφο μανδύα» πάνω στον οποίο κεντά με ποικίλα χρώματα την Γη και τον Ωγενό (Ωκεανό)» Η Χθων, η κάτω γη, είναι λοιπόν κάτι το αβυσσαλέο που δεν μπορεί να εμφανιστεί στην γυμνότητά της και το ένδυμα με την οποία την καλύπτει ο θεός δεν είναι τίποτε άλλο παρά η Γαία, η επάνω γη. Ένα απόσπασμα του Άντρου των νυμφών, του Πορφύριου, μας λέει πως ο Φερεκύδης όριζε την χθόνια διάσταση ως βάθος «μιλώντας για πτυχές (μυχούς), τάφρους (βόθρους), σπηλιές (άντρα)», που γίνονται αντιληπτές ως πύλες, θύρες που περνούν οι ψυχές στην γέννηση και στον θάνατο. Η γη είναι μια διπλή πραγματικότητα: Η Χθονίη είναι το άμορφο και κρυφό βάθος που η Γαία καλύπτει με τα πολύχρωμα κεντήματά της από λόφους, ανθισμένη ύπαιθρο, χωριά, δάση και κοπάδια.

Στην Θεογονία του Ησίοδου επίσης, η γη έχει δυο όψεις. Η Γαία «σταθερή βάση των πάντων», είναι το πρώτο δημιούργημα του Χάους, αλλά το χθόνιο στοιχείο αναφέρεται αμέσως μετά και, όπως στον Φερεκύδη, ορίζεται από τον όρο «μυχός»: «τα σκοτεινά Τάρταρα στα βάθη της γης με τις πλατειές οδούς» (μυχοί χθονός ευρυοειδείς).» Η στρωματογραφική διαφορά μεταξύ των δυο όψεων της γης φαίνεται περισσότερο καθαρά είναι στον ομηρικό ύμνο προς την Δήμητρα. Εξ αρχής, όταν ο ποιητής περιγράφει την σκηνή της απαγωγής της Περσεφόνης ενώ μάζευε λουλούδια, η Γαία αναφέρεται δυο φορές, και τις δυο ως η ανθισμένη επιφάνεια την οποία η γη στρέφει προς τον ουρανό: «τα τριαντάφυλλα, οι κρόκοι, τα όμορφα ία σε ένα τρυφερό λιβάδι και οι ίριδες, οι υάκινθοι και οι νάρκισσοι που η Γαία μεγαλώνει όπως θέλει ο θεός»… «με το άρωμα του άνθους, όλος ο ουρανός στα ύψη και η γη χαμογέλασαν». Όμως, εκείνη ακριβώς τη στιγμή «η χθων η πλατύδρομη άνοιξε (χάνε) στην πεδιάδα της Νύσου, κι όρμησε (ὄρουσεν) ο παντοδέκτης άρχοντας με τα αθάνατα άλογά του.» Το γεγονός ότι πρόκειται για μια κίνηση από τα κάτω προς την επιφάνεια υπογραμμίζεται από το ρήμα όρνυμι που σημαίνει «ανακύπτω, σηκώνομαι», σαν, από το χθόνιο βάθος της γης, ο θεός να εμφανίζεται πάνω στην Γαία, την όψη της γης που κοιτά προς τον ουρανό. Παρακάτω, όταν η ίδια η Περσεφόνη αφηγείται την απαγωγή της στην Δήμητρα , η κίνηση αντιστρέφεται και, εκεί, η Γαία είναι που ανοίγει (γαῖα δ’ ἔνερθε χώρησεν) ώστε ο «παντοδέκτης άρχοντας» να μπορέσει να την πάρει κάτω από την γη στο χρυσό του άρμα (στ. 429-31). Είναι σαν η γη να είχε δυο θύρες ή ανοίγματα, το ένα που ανοίγεται από τα βάθη προς την Γαία και, το άλλο, από την Γαία οδηγεί προς τα τάρταρα της Χθονίης.

Κεντρικό τμήμα ενός μεγάλου ψηφιδωτού στο δάπεδο ρωμαϊκής βίλας του Sentinum (σημερινό Sassoferrato στην περιοχή Marche της Ιταλίας), 200-250 μ.Χ. Ο Αιών, θεός της αιωνιότητας, αναπαριστάται μέσα σε μια ουράνια σφαίρα διάσπαρτη με τους ζωδιακούς αστερισμούς, ανάμεσα σε ένα πράσινο κι ένα γυμνό δένδρο (καλοκαίρι και χειμώνας). Στα πόδια του, η Μητέρα-Γη Tellus (η ρωμαϊκή Γαία) με τέσσερα παιδιά, προσωποποίηση των τεσσάρων εποχών. Γλυπτοθήκη του Μονάχου.

Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται για δυο πόρτες αλλά για ένα μοναδικό κατώφλι που ανήκει εξ ολοκλήρου στην χθόνα. Το ρήμα που χρησιμοποιεί ο ύμνος για την Γαία δεν είναι χαίνω (χάσκω) αλλά χωρέω, που σημαίνει απλά «κάνω χώρο». Η Γαία δεν ανοίγει, αλλά κάνει χώρο για να περάσει η Προσερπίνα. Η ίδια η ιδέα ενός περάσματος μεταξύ του επάνω και του κάτω, ενός βάθους (profundus : altus et fundus [profundus : ψηλό και βαθύ]) είναι βαθύτατα χθόνια και, όπως υπενθυμίζει η Σίβυλλα στον Αινεία, η πόρτα του Άδη [άλλο όνομα του Πλούτωνα] είναι, πριν απ’όλα, στραμμένη προς τον κάτω κόσμο (facilis descensus Averno.. [είναι εύκολο να κατέβεις στον Κάτω Κόσμο]). Ο λατινικός όρος που αντιστοιχεί στο χθων δεν είναι tellus, που ορίζει μια οριζόντια προέκταση, αλλά humus, που συνεπάγεται μια κατεύθυνση προς τα κάτω (βλ. humare, ενταφιάζω), και είναι σημαντικό ότι το όνομα που αναφέρεται στον άνθρωπο προέρχεται από αυτό (hominem appellari quia sit humo natus [τον ονομάζουμε άνθρωπο (homο) διότι γεννήθηκε από την humus]). Το ότι ο άνθρωπο είναι «human», δηλαδή, γήινος, δεν συνεπάγεται στον κλασσικό κόσμο κάποιον δεσμό με την Γαία, με την επιφάνεια της γης που κοιτά προς τον ουρανό, αλλά, πάνω απ'όλα, έναν στενό δεσμό με την χθόνια σφαίρα του βάθους.

Το ότι η χθων αναφέρεται στην ιδέα του περάσματος είναι προφανές από το επίθετο που, τόσο στον Όμηρο όσο και στον Ησίοδο, συνοδεύει σταθερά τον όρο αυτόν: ευρυόδεια που μπορεί να μεταφραστεί ως «πλατύδρομη», μην ξεχνώντας πως οδός συνεπάγεται την ιδέα του περάσματος προς έναν στόχο, στην προκειμένη περίπτωση, προς τον κόσμο των νεκρών, ένα ταξίδι που όλοι προορίζονται να κάνουν (είναι πιθανόν, γράφοντας « facilis descensus », ο Βιργίλιος να θυμήθηκε την ομηρική διατύπωση.)

https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/6/6c/UmbilicusUrbi.jpg

Η είσοδος του Mundus, επίσης ονομαζόμενη Umbilicus Urbis Romae (Ομφαλός της Πόλης της Ρώμης), στην ρωμαϊκή Αγορά (Forum)

 Στην Ρώμη, ένα κυκλικό άνοιγμα που ονομαζόταν mundus, που σύμφωνα με τον μύθο είχε ανοιχτεί από τον Ρωμύλο κατά την ίδρυση της πόλης, επέτρεπε την επικοινωνία μεταξύ του κόσμου των ζώντων και του χθόνιου κόσμου των νεκρών. Το άνοιγμα, κλεισμένο με μια πέτρα που ονομάζονταν manalis lapis [πέτρα των  Μάνων, των πνευμάτων των νεκρών], ανοίγονταν τρεις φορές τον χρόνο και, τις μέρες εκείνες που, καθώς έλεγαν, mundus patet, ο κόσμος είναι ανοιχτός και «τα κρυμμένα και κρυφά της θρησκείας των Μάνων έρχονταν στο φως κι αποκαλύπτονταν», σχεδόν όλες οι δημόσιες δραστηριότητες αναστέλλονταν. Σε ένα υποδειγματικό άρθρο του, ο Vendryes κατέδειξε πως η πρωταρχική έννοια του δικού μας όρου «monde» (κόσμος, στα γαλλικά), δεν είναι, όπως υποστηριζόταν ανέκαθεν, μετάφραση του ελληνικού όρου κόσμος, αλλά προέρχεται ακριβώς από το κυκλικό κατώφλι που αποκάλυπτε τον «κόσμο» των νεκρών. Η αρχαία πολιτεία βασίζεται στον «mundus» επειδή οι άνθρωποι παραμένουν στο άνοιγμα που ενώνει την ουράνια γη με την υπόγεια γη, τον κόσμο των ζωντανών και εκείνον των νεκρών, το παρόν και το παρελθόν. Και μέσα από την σχέση μεταξύ των δυο αυτών κόσμων γίνεται εφικτό γι’αυτούς να προσανατολίσουν τις πράξεις τους και να βρουν μιαν έμπνευση για το μέλλον. Όχι μόνον ο άνθρωπος συνδέεται, στο (λατινικό) όνομά του με την χθόνια σφαίρα, αλλά ακόμη κι ο κόσμος του κι ο ίδιος ο ορίζοντας της ύπαρξής του αγγίζουν τους μυχούς της Χθονίης. Ο άνθρωπος είναι, στην κυριολεξία, ένα πλάσμα των βαθών.

Project Tuscia: Ταξίδι στον υπόγειο κόσμο των Ετρούσκων

ΙΙ.

Ο ετρουσκικός πολιτισμός είναι ένας κατ’εξοχήν χθόνιος πολιτισμός. Όταν διατρέχουμε, έκπληκτοι, τις διάσπαρτες στην ύπαιθρο της Tuscia [Ετρουρία] νεκροπόλεις, αντιλαμβανόμαστε αμέσως πως οι Ετρούσκοι κατοικούσαν την Χθονίη κι όχι την Γαία. Όχι μόνο επειδή, κατά κύριο λόγο, δεν μας έχει απομείνει από αυτούς παρά αυτά που αφορούσαν τους νεκρούς, αλλά επίσης και προπάντων, επειδή οι τοποθεσίες που επέλεξαν για κατοικίες τους - το να τις ονομάσουμε πολιτείες είναι μάλλον λάθος - ακόμη κι αν φαίνεται να βρίσκονται στην επιφάνεια της Γαίας, είναι στην πραγματικότητα επιχθόνιες, είναι στο σπίτι τους στα βάθη των κάθετων βαθών της χθονός. Εξ ου και η προτίμησή τους για τις σπηλιές και για τις σκαλισμένες στην πέτρα πτυχές. Εξ ου και η προτίμησή τους για τα βαθιά φαράγγια, τις απότομες πλαγιές ηφαιστειογενών πετρωμάτων που κατηφορίζουν προς κάποιο ποτάμι ή χείμαρρο. Αν έχεις βρεθεί ξαφνικά μπροστά στην Cava Buia κοντά στην Blera, ή στα σκαλισμένα στον βράχο μονοπάτια του San Giuliano, ξέρεις πως δεν βρίσκεσαι πλέον στην επιφάνεια της Γαίας αλλά, αναμφίβολα, ad portam inferi [μπροστά στην πόρτα του κάτω κόσμου], σε ένα από τα περάσματα που διεισδύουν στις κατωφέρειες της Χθονός.

Αν συγκρίνει κανείς με άλλες ιταλικές περιοχές με τον τόσο ειδικά υπόγειο χαρακτήρα των ετρουσκικών τοποθεσιών, μπορεί επίσης να το εκφράσει λέγοντας ότι αυτό που έχει μπροστά στα μάτια του δεν είναι επί λέξει ένα τοπίο. Το συνηθισμένο ευχάριστο τοπίο που αγκαλιάζεις γαλήνια με το βλέμμα σου και που αναμειγνύεται μακριά με τον ορίζοντα ανήκει στην Γαία. Στην χθόνια καθετότητα, κάθε τοπίο διαλύεται, κάθε ορίζοντας εξαφανίζεται, κι αφήνει την θέση του στο άγριο και ποτέ ξανά ειδωμένο πρόσωπο της φύσης. Κι εκεί, στα άναρχα ρυάκια και στους γκρεμούς, δεν έχεις πια τί να κάνεις με το τοπίο, η χώρα είναι πιο πεισματική και άκαμπτη από οποιαδήποτε πίστη στο τοπίο - μπροστά στην πόρτα του Άδη, ο θεός γίνεται τόσο κοντινός και  ακλόνητος που δεν απαιτεί πλέον καμία λατρεία.

Είναι λόγω αυτού του κάθετου τρόπου αφιέρωσής τους στην χθόνα που οι Ετρούσκοι έχτισαν τις κατοικίες των νεκρών τους και τις φρόντισαν με τόσο έντονη αγάπη, κι όχι, όπως θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί, το αντίθετο. Δεν προτιμούσαν τον θάνατο σε σχέση με την ζωή, αλλά η ζωή, γι’αυτούς, δεν μπορούσε να χωριστεί από το βάθος της Χθονίης. Δεν μπορούσαν να κατοικούν τις κοιλάδες της Γαίας και να καλλιεργούν την ύπαιθρο παρά μόνον υπό τον όρο να μην ξεχάσουν ποτέ την πραγματική και κάθετη κατοικία τους. Γι’αυτό, στους σκαλισμένους στον βράχο τάφους ή στις τούμπες, δεν έχουμε μόνον να κάνουμε με τους νεκρούς, δεν φανταζόμαστε μόνο τα σώματα ξαπλωμένα στις κενές σαρκοφάγους, αλλά αντιλαμβανόμαστε ταυτόχρονα τις κινήσεις και τις επιθυμίες των ζωντανών που τα έφτιαξαν. Το να είναι η ζωή τόσο πιο αγαπητή όσο τρυφερά διατηρεί μέσα της την μνήμη της Χθονίης, το να είναι εφικτό να χτίσεις έναν πολιτισμό χωρίς ποτέ να αποκλείσεις την σφαίρα των νεκρών, το να υπάρχει ανάμεσα στο παρόν και στο παρελθόν, ανάμεσα στους ζωντανούς και τους νεκρούς, μια έντονη κοινότητα και μια αδιάλειπτη συνέχεια - αυτή είναι η κληρονομιά που ο λαός αυτός άφησε στην ανθρωπότητα.



Χθόνιος Διόνυσος, Τάραντας, Νότια Ιταλία, 4ος αι. π.Χ., MFA Boston

ΙΙΙ.

Το 1979, ο James E. Lovelock, Άγγλος χημικός που είχε συμμετάσχει ενεργά στα προγράμματα της ΝΑΣΑ για τις διαστημικές έρευνες, δημοσίευσε το Gaïa : a New Look at Life on Earth (Γαία: μια νέα ματιά στην ζωή πάνω στην Γη). Βρίσκουμε στο κέντρο του βιβλίου αυτού μια υπόθεση που, πέντε χρόνια πριν, σε ένα άρθρο γραμμένο με την Lynn Margulis στο περιοδικό Tellus, ανέφερε με τους παρακάτω όρους: «το σύνολο των έμβιων οργανισμών που αποτελούν την βιόσφαιρα μπορεί να δράσει σαν μια μοναδικό ολότητα για να ρυθμίσει την χημική σύνθεση, το επιφανειακό pH και, ενδεχομένως, το κλίμα. Ας ονομάσουμε «υπόθεση Γαία» την ιδέα της βιόσφαιρας, σαν ενεργό σύστημα ελέγχου και προσαρμογής, ικανού να διατηρεί την γη σε ομοιόσταση». Η επιλογή του όρου Γαία, που προτάθηκε στον Lovelock από τον William Golding –  έναν συγγραφέα που είχε δεξιοτεχνικά περιγράψει την διεστραμμένη κλίση της ανθρωπότητας στο μυθιστόρημά του Ο άρχοντας των μυγών -, σίγουρα δεν είναι τυχαία: όπως αναφέρεται στο άρθρο, οι συγγραφείς εντόπιζαν τα όρια της ζωής στην ατμόσφαιρα και δεν ενδιαφέρονταν «παρά ελάχιστα για τα εσωτερικά όρια που αποτελούνται από την διεπιφάνεια ανάμεσα στα εσωτερικά τμήματα της γης που δεν υπόκεινται στην επίδραση των διαδικασιών της επιφάνειας» (σελ. 4). Όμως, υπάρχει ένα όχι λιγότερο σημαντικό γεγονός, που οι συγγραφείς δεν φαίνονται -εκείνη την στιγμή τουλάχιστον- να λαμβάνουν υπόψη τους: το γεγονός ότι η καταστροφή και η μόλυνση της Γαίας έφθασαν στο πιο ψηλό τους επίπεδο ακριβώς όταν οι κάτοικοι της Γαίας αποφάσισαν να εξορύξουν την ενέργεια που απαιτούσαν οι νέες και αυξανόμενες ανάγκες τους από τα βάθη της Χθονίης, με την μορφή αυτού του ορυκτού κατάλοιπου εκατομμυρίων έμβιων όντων που έζησαν σε ένα μακρινό παρελθόν και που ονομάζουμε πετρέλαιο.

Προφανώς, η ταύτιση των ορίων της βιόσφαιρας με την επιφάνεια της γης και με την ατμόσφαιρα δεν μπορεί να διατηρηθεί: η βιόσφαιρα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τις ανταλλαγές και την «διεπιφάνεια» με την χθόνια θανατόσφαιρα: η Γαία και η Χθονίη, ο ζωντανοί και οι νεκροί, πρέπει να είναι μαζί στον συλλογισμό μας.

Πράγματι, αυτό που συνέβη την σύγχρονη εποχή, είναι πως οι άνθρωποι ξέχασαν και κατάργησαν την σχέση τους με την χθόνια σφαίρα, δεν κατοικούν πλέον την χθόνα, αλλά μόνο την Γαία. Όμως, όσο περισσότερο απομάκρυναν από την ζωή τους την σφαίρα του θανάτου, τόσο περισσότερη η ζωή τους γίνονταν αβίωτη. Τόσο περισσότερο έχαναν κάθε οικειότητα με τα βάθη της Χθονός η οποία περιορίστηκε, όπως όλα τα υπόλοιπα, στο να είναι ένα αντικείμενο εκμετάλλευσης. Και τόσο περισσότερο η αγαπητή επιφάνεια της Γαίας δηλητηριάζονταν και καταστρέφονταν προοδευτικά. Κι αυτό που έχουμε σήμερα μπροστά στα μάτια μας είναι η ακραία εκτροπή αυτής της κατάργησης του θανάτου: για να σώσουν την ζωή τους από μια υποτιθέμενη και συγκεχυμένη απειλή, οι άνθρωποι απαρνούνται όλα όσα την καθιστούν άξια να βιωθεί. Και, τελικά, η Γαία, η γη που αποστερήθηκε το βάθος, που έχει χάσει κάθε μνήμη της υπόγειας κατοικίας των νεκρών, είναι πλέον εξ ολοκλήρου θύμα του φόβου και του θανάτου. Από τον φόβο αυτόν δεν θα μπορέσουν να γιατρευτούν παρά μόνον εκείνοι που θα ανακτήσουν την μνήμη της διπλής κατοικίας τους, που θα θυμηθούν πως μόνον η ζωή όπου η Γαία και η Χθονίη παραμένουν αχώριστες και ενωμένες είναι ανθρώπινη.

Ο Εφιάλτης Της Περσεφόνης

Εκεί που φύτρωνε φλισκούνι κι
άγρια μέντα
κι έβγαζε η γη το πρώτο της
κυκλάμινο
τώρα χωριάτες παζαρεύουν τα
τσιμέντα
και τα πουλιά πέφτουν νεκρά στην
υψικάμινο.

Κοιμήσου Περσεφόνη
στην αγκαλιά της γης
στου κόσμου το μπαλκόνι
ποτέ μην ξαναβγείς.
Κοιμήσου Περσεφόνη
στην αγκαλιά της γης
στου κόσμου το μπαλκόνι
ποτέ μην ξαναβγείς

Εκεί που σμίγανε τα χέρια τους οι
μύστες
ευλαβικά πριν μπουν στο
θυσιαστήριο
τώρα πετάνε αποτσίγαρα οι
τουρίστες
και το καινούργιο πάν να δουν
διυλιστήριο.

Κοιμήσου Περσεφόνη
στην αγκαλιά της γης
στου κόσμου το μπαλκόνι
ποτέ μην ξαναβγείς.
Κοιμήσου Περσεφόνη
στην αγκαλιά της γης
στου κόσμου το μπαλκόνι
ποτέ μην ξαναβγείς

Εκεί που η θάλασσα γινόταν
ευλογία
κι ήταν ευχή του κάμπου τα
βελάσματα
τώρα καμιόνια κουβαλάν στα
ναυπηγεία
άδεια κορμιά σιδερικά παιδιά κι
ελάσματα.

Κοιμήσου Περσεφόνη
στην αγκαλιά της γης
στου κόσμου το μπαλκόνι
ποτέ μην ξαναβγείς.
Κοιμήσου Περσεφόνη
στην αγκαλιά της γης
στου κόσμου το μπαλκόνι
ποτέ μην ξαναβγείς

 





Courtesy of Τλαξκάλα
Source: https://www.quodlibet.it/giorgio-agamben-gaia-e-ctonia
Publication date of original article: 28/12/2020
URL of this page : http://www.tlaxcala-int.org/article.asp?reference=30475

 

Tags: Γαία και ΧθονίηΑγκάμπενΕτρουσκική κουλτούρα
 

 
Print this page
Print this page
Send this page
Send this page


 All Tlaxcala pages are protected under Copyleft.